Ένας υπήκοος τρίτης χώρας είναι κάθε φυσικό πρόσωπο που δεν κατέχει την ελληνική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Άδεια διαμονής είναι κάθε μορφή βεβαίωσης που χορηγείται από τις ελληνικές αρχές και βάσει της οποίας ένας υπήκοος τρίτης χώρας επιτρέπεται να διαμένει νόμιμα στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α’ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών» (ΦΕΚ 157/15.6.2002).
Μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών αδειών διαμονής, η χορήγηση πενταετούς άδειας διαμονής (Χρυσή Βίζα) προβλέπεται για υπηκόους τρίτων χωρών εφόσον αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα αξίας 250.000 ευρώ και κατόπιν υποβολής αίτησης και προσκόμισης των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Η άδεια αυτή είναι ανανεώσιμη και τα πρόσωπα αυτά μπορούν να συνοδεύονται από τα μέλη της οικογένειάς τους. Ο δυνητικός δικαιούχος της Χρυσής Βίζας πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Να έχει εισέλθει νόμιμα στη χώρα με οποιαδήποτε βίζα εισόδου ή να διαμένει νόμιμα στη χώρα, ακόμη και αν η άδεια διαμονής που κατέχει δεν επιτρέπει αλλαγή σκοπού.
Τα ακίνητα πρέπει να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους κατά κυριότητα, νομή και κατοχή. Σε περίπτωση συγκυριότητας ακινήτου αξίας 250.000 ευρώ, το δικαίωμα διαμονής χορηγείται μόνο εάν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου είναι σύζυγοι που το κατέχουν εξ αδιαιρέτου. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις συγκυριότητας, το δικαίωμα διαμονής χορηγείται μόνο εάν το ποσό που επενδύθηκε από κάθε συγκύριο ανέρχεται σε 250.000 ευρώ.
Εάν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου το έχει αποκτήσει μέσω νομικού προσώπου, οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια πρέπει να του ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα.
Το δικαίωμα διαμονής χορηγείται επίσης σε περιπτώσεις όπου ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι ιδιοκτήτης, είτε προσωπικά είτε μέσω νομικού προσώπου, περισσότερων του ενός ακινήτων, συνολικής αξίας τουλάχιστον 250.000 ευρώ.
Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί να εισέλθει στη χώρα με βίζα τύπου D, η τεκμηριωμένη πρόθεση αγοράς ακινήτου πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφα που πιστοποιούν την οικονομική δυνατότητα (π.χ. βεβαίωση από αναγνωρισμένη τράπεζα κατηγορίας Α ή επίσημο χρηματοπιστωτικό οργανισμό ή άλλο αναγνωρισμένο οργανισμό φύλαξης τίτλων) που πιστοποιεί την ύπαρξη τραπεζικών λογαριασμών ή άλλων κινητών περιουσιακών στοιχείων, ιδίως ομολόγων ή μετοχών, για την κάλυψη του κεφαλαίου της επένδυσης, τουλάχιστον 250.000 ευρώ, καθώς και την πρόθεση του αιτούντος να αγοράσει το ακίνητο (σύμβαση ανάθεσης σε δικηγορικό γραφείο ή κτηματομεσιτικό γραφείο).
Για υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν συνάψει τουλάχιστον δεκαετή μίσθωση ξενοδοχειακών καταλυμάτων ή τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών σε σύνθετο τουριστικό κατάλυμα, εφόσον το ελάχιστο ποσό της μίσθωσης ανέρχεται σε 250.000 ευρώ, η εφάπαξ καταβολή του δεκαετούς μισθώματος πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση μίσθωσης του καταλύματος ή των τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών.
Για υπηκόους τρίτων χωρών που είτε διαμένουν νόμιμα, με άδεια διαμονής, στην Ελλάδα είτε επιθυμούν να εισέλθουν και να διαμείνουν στη χώρα και έχουν πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ακινήτου στην Ελλάδα, το οποίο αγόρασαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4146/2013, το τίμημα που είχαν καταβάλει κατά την αγορά θα πρέπει να ανέρχεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ ή η τρέχουσα αντικειμενική αξία του ακινήτου τους να ανέρχεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ.
Δικαιούχοι είναι επίσης υπήκοοι τρίτων χωρών που έχουν πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ακινήτου στην Ελλάδα, ελάχιστης αξίας διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, το οποίο απέκτησαν με δωρεά ή γονική παροχή. Το δικαίωμα διαμονής στην περίπτωση αυτή ασκείται μόνο από τον δωρεοδόχο ή τον αποκτώντα από γονική παροχή.
Για υπηκόους τρίτων χωρών που αγοράζουν οικόπεδο ή αγρόκτημα και προχωρούν σε ανέγερση οικοδομής, το άθροισμα της αξίας της σύμβασης αγοράς και της σύμβασης κατασκευής της οικοδομής πρέπει να ανέρχεται σε τουλάχιστον διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ.
Τα μέλη των οικογενειών των ανωτέρω υπηκόων τρίτων χωρών.
Για τις ανωτέρω περιπτώσεις, το ποσό του ακινήτου προκύπτει από τις αξίες των ακινήτων ή από τις συμβάσεις μίσθωσης που αναφέρονται στη σύμβαση. Διευκρινίζεται ότι ως τίμημα της αξίας του ακινήτου, για τους σκοπούς του ν. 4251/2014, νοείται το ποσό που αναφέρεται ρητά στη σύμβαση ως καταβαλλόμενο για την αγοραπωλησία.






